
Σε μια ραχούλα κάθονταν ο Σήφης και ο Μανούσος και αγνάντευαν την δύση του ήλιου στον Ψηλορείτη.
Κάποια στιγμή πλησιάζει ένας τουρίστας και τους λέει:
- Ντου γιου σπικ ;ίγκλις;
Κοιτιώνται οι δυό τους και απαντάει ο Μανούσος:
- Τσ
- Σπρέχεν ζι ντόιτς;
- Τσ
- Παρλάρε ιταλιάνο;
- Τσ
- Παρλέ βου φρανσέ;
- Τσ
- Πάρλα εσπανιόλ;
- Τσ
Απογοητευμένος ο τουρίστας απομακρύνεται.
Λέει ο Σήφης του Μανούσου:
- Μωρέ Μανούσο...
- Μμμμ.....
- Μωρέ Μανούσο εν κατέομε καμμιά ξένη γλώσσα.
Πρέπει να πάμε να μάθουμε καμμία...
- Γιάντα μωρέ Σήφη; Ήντα να τηνε κάμομε;
- Ε, τί... Για να μπορούμε να συνεννοηθούμε.
- Και τούτος που ήξευρε πέντε μωρέ, συνεννοήθηκε;
***********************
Πρωί πρωί ο Σήφης έκανε εξωτερικά μερεμέτια στο σπίτι του, ανεβασμένος σε μια σκάλα.
Περνώντας ο Μανούσος για την στάνη, τον βλέπει και του λέει για να τον πειράξει:
- Μωρέ Σήφη, εμένα δε με κόφτει μωρέ, που θα πέσεις απ' τη σκάλα και θα σκοτωθείς. Μα θα σπάσει μωρέ η κεφαλή σου και θα γεμίσει ο τόπος άχερα.
- Μωρέ Σήφη, εμένα δε με κόφτει μωρέ, που θα πέσεις απ' τη σκάλα και θα σκοτωθείς. Μα θα σπάσει μωρέ η κεφαλή σου και θα γεμίσει ο τόπος άχερα.
Και ο ετοιμόλογος Σήφης από τη σκάλα:
- Και 'συ μωρέ Μανούσο, πρωί πρωί το φαΐ σκέφτεσαι;


